|
Γεωγραφικά η Δήλος είναι ένα μικροσκοπικό νησί, μια γλώσσα ξηράς που απλώνεται από Βορρά προς Νότο, με μήκος περίπου 6 χιλιομέτρων και πλάτος 1300 μέτρων. Οι ακτές της είναι απόκρημνες και βραχώδεις ενώ το έδαφος είναι από γρανίτη και παρουσιάζεται και αυτό τραχύ και ανώμαλο. Το ανάγλυφο του νησιού δεν είναι ιδιαίτερα έντονο καθώς ο μεγαλύτερος όγκος του νησιού είναι ο λόφος Κύθνος που η ψηλότερη κορυφή του δεν υπερβαίνει τα 112 μέτρα. Στο έδαφος θα συναντήσουμε επίσης μικρά ρεύματα με κατεύθυνση προς τη θάλασσα ενώ άξιος λόγου είναι μόνο ο Ινωπός ποταμός ο οποίος έχει τις πηγές του στα νότια του λόφου Κύθνου με μήκος 1200 μέτρων. Σήμερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες παραμένει άνυδρος.
Η Δήλος βρίσκεται περίπου στο κέντρο του Αιγαίου πελάγους κάτι που δικαιολογεί κατά κάποιο τρόπο την άνθιση που γνώρισε το νησί στα αρχαία χρόνια. Στα Βόρεια του νησιού βλέπουμε την Τήνο (που σήμερα είναι ένα ιερό νησί, έντονης θρησκευτικής λατρείας), στα Ανατολικά τη Μύκονο (νησί με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον), στα Δυτικά τη Σύρο και στο Νότο τη Νάξο και την Πάρο.
Αποτελούσε δηλαδή ένα είδος θαλασσινού σταυροδρομίου για τα διερχόμενα πλοία, που σταματούσαν στη Δήλο είτε για να αναζητήσουν μια ανάπαυλα στη μέση της πορείας τους, είτε για να προφυλαχτούν από τις έντονες και ξαφνικές καταιγίδες που ξεσπούσαν στη περιοχή. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη της Δήλου οφείλεται κυρίως σε θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους.
Από θρησκευτική άποψη το όνομα της Δήλου είναι στενά συνδεδεμένο με τον θεό Απόλλωνα (ενός από τους 12 θεούς του Ολύμπου), αφού σύμφωνα με τη μυθολογία εκεί γεννήθηκε και κατοίκησε. Άρχισε έτσι σιγά σιγά να γίνεται η Δήλος θρησκευτικό κέντρο λατρείας του Απόλλωνα, όπου ναυτικοί, έμποροι αλλά και προσκυνητές λάβαιναν μέρος στις διάφορες θρησκευτικές τελετές που γινόντουσαν στο νησί.
Τα περισσότερα στοιχεία που έχουμε για τη Δήλο δείχνουν ότι το νησί αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο κυρίως από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά. Παρόλα αυτά πρέπει να σημειώσουμε ότι η παρουσία της Δήλου στην ιστορία αρχίζει πολύ πιο πριν, από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., καθώς έχουν ανακαλυφθεί σε αυτή τάφοι της μυκηναϊκής εποχής, κάτι που δείχνει ότι ο Κρητικός πολιτισμός έφτασε είχε φτάσει μέχρι και τη Δήλο.
Πολλά στοιχεία για τη Δήλο γι' αυτή τη περίοδο τα παίρνουμε από τον ιστορικό Θουκυδίδη, όπου και τονίζεται η μεγάλη σημασία της Δήλου από τον 7ο αιώνα π.Χ. Σαν άποικοι αυτή την περίοδο φένονται να είναι οι Ίωνες οι οποίοι συγχρόνως είχαν εγκατασταθεί στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου πελάγους και χρησιμοποιούν τη Δήλο σαν κέντρο για τις γιορτές που οργανώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ταυτόχρονα η Δήλος άρχιζε να αποκτά και εμπορική σημασία καθώς οι Ίωνες κατά τη διάρκεια αυτών των γιορτών έφερναν μαζί τους και εμπορεύματα, με αποτέλεσμα η Δήλος να γίνει ένα σημαντικό εμπορικό λιμάνι για την εποχή εκείνη.
Η Δήλος κατόπιν αλλάζει πολλές φορές κηδεμονία καθώς η μεγάλη θρησκευτική αξία που είχε, τη καθιστούσε πόλο έλξης όλων των πολιτισμών που με τη σειρά τους γινόντουσαν κυρίαρχοι του Αιγαίου. Έτσι κατά τον 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα εμφανίζονται οι Νάξιοι οι οποίοι και ευθύνονται για μερικά από τα πιο θαυμαστά κτίσματα του νησιού, μεταξύ των οποίων και ένα κολοσσιαίο άγαλμα που απεικόνιζε τη μορφή του θεού Απόλλωνα.
Αυτή η υπεροχή της Νάξου διήρκησε περίπου μέχρι την εποχή που αρχίζει η μεγάλη άνθιση της Αθήνας, η οποία και φρόντισε αμέσως να συνενώσει πολιτικά τη Δήλο προκειμένου να εξασφαλίσει την πολιτική και θρησκευτική ηγεμονίας της. Η κηδεμονία της Δήλου από τους Αθηναίους φαίνεται ότι αρχίζει μετά τον 6ο αιώνα π.Χ. την εποχή που στην Αθήνα κυβερνούσε ο τύραννος Πεισίστρατος.Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια των Μηδικών πολέμων η Δήλος περνά προσωρινά στους Πέρσες, οι οποίοι παραδόξως φέρονται με ευλάβεια και σεβασμό στα ιερά του νησιού.
Γρήγορα όμως η Δήλος επανέρχεται στα χέρια των Ελλήνων και συγκεκριμένα των Αθηναίων, οι οποίοι ιδρύουν και την Αττικο-δηλία αμφικτυονία, σύμφωνα με την οποία η Αθήνα είναι επικεφαλής των νησιών του Αιγαίου και των παραλιακών πόλεων της Μικράς Ασίας και η Δήλος το θρησκευτικό κέντρο (478 π.Χ.).Τη περίοδο αυτή η Δήλος περνά στην απόλυτη κυριαρχία των Αθηναίων και αποκορύφωμα αυτής είναι η μεταφορά του ομοσπονδιακού ταμείου, που μέχρι τότε στεγαζόταν στη Δήλο, στην Αθήνα με τη δικαιολογία της καλύτερης προστασίας από του εχθρούς. Επίσης αρχίζουν να ελέγχουν και ότι έχει σχέση με τη λατρεία και τη διαχείριση του πλούτου των ιερών. Η απόλυτη αυτή ηγεμονία των Αθηναίων επιβεβαιώνεται και από τους πολύ αυστηρούς νόμους που επιβάλλουν στους κατοίκους του νησιού, σύμφωνα με τους οποίους απαγορεύεται κάποιος να γεννηθεί ή να πεθάνει στη Δήλο και φτάνει μέχρι την εξορία των Δηλίων το 422 π.Χ. με το πρόσχημα της ιεροσυλίας.
Τη χρονική αυτή περίοδο ξεσπά και ο Πελλοποννησιακός πόλεμος ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες, οπότε η Δήλος αποκτά πάλι την αυτονομία της μετά την ήττα των Αθηναίων γύρω στο 403 π.Χ. Παρόλα αυτά η Δήλος περνά εκ νέου στα χέρια των Αθηναίων το 344 π.Χ. και διατηρήθηκε αυτή η κατάσταση για όλο σχεδόν τον 4ο αιώνα.
Η Δήλος γίνεται και πάλι ανεξάρτητη στα 315 π.Χ. όταν η κυριαρχία της Αθήνας τελειώνει κατά τη διάρκεια των αγώνων που προκάλεσαν οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια ακολουθεί μια περίοδος συνεχών ανακατατάξεων, και τελικά περνά στη κηδεμονία των Βασιλιάδων της Μακεδονίας το 250 π.Χ. και αυτή είναι μια ιστορική στιγμή καθώς από τότε αρχίζει να μετασχηματίζεται από κέντρο τέλεσης θρησκευτικών τελετών σε εμπορικό λιμάνι.
Στις αρχές του δεύτερου αιώνα η Δήλος έχει γίνει ήδη ένας σημαντικός εμπορικός σταθμός, αποτελώντας αρχικά το κέντρο εμπορίας των δημητριακών, κρατών όπως αυτών της Νομαδίας, της Μικράς Ασίας, της Συρίας και της Αιγύπτου ενώ ταυτόχρονα έχουμε και μια μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση το νησί. Γίνεται έτσι το κέντρο τόσο των μικρεμπόρων όσο και των εφοπλιστών και των μεγάλων τραπεζικών της εποχής.
Η Δήλος συνεχίζει να αποτελεί εμπορικό κέντρο υπό την κυριαρχία και ηγεμονία των Μακεδόνων μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ. Τότε εμφανίζεται μια νέα δυτική δύναμη, η Ρώμη, που αποκτά κυριαρχικό ρόλο στη Μεσόγειο καθώς οι στόλοι τους δεν συναντούν κανένα αντίπαλο. Οι σχέσεις Ρώμης και Μακεδονίας είναι εχθρικές και η Δήλος σε αυτό το διάστημα προσπαθεί να διατηρεί καλές σχέσεις και με τις δύο. Αυτό σημαίνει πως το λιμάνι της Δήλου χρησιμοποιείται πλέον και από τους Ρωμαίους αρχηγούς των Ρωμαϊκών στόλων.
Το υπάρχων καθεστώς κυριαρχίας της Δήλου συνεχίζεται μέχρι το 166 π.Χ. οπότε οι Ρωμαίοι έχοντας νικήσει και τον τελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας (το 168 π.Χ.) προκαλούν τη διάλυση της Μακεδονικής ηγεμονίας, με αποτέλεσμα η Δήλος να περνά ξανά στην κυριαρχία των Αθηναίων, υπό την ανοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτή η κυριαρχία περιλάμβανε όμως μόνο το ιερό του νησιού και όχι το λιμάνι της Δήλου που οι Ρωμαίου το άφησαν ελεύθερο προκειμένου να πλήξουν την οικονομία της ακμάζουσας και αντιπάλου της Ρώμης Ρόδου.
Οι Ρωμαίοι που είναι και οι πραγματικοί κύριοι της Δήλου εξακολουθούν να ρυθμίζουν την αθηναϊκή διοίκηση του νησιού, εκπρόσωπος της οποίας είναι ο επιμελητής της Δήλου που εκλέγεται και στέλνεται κάθε χρόνο από την Αθήνα. Αυτό άλλωστε ήταν και η αιτία που προκάλεσε την καταστροφή και ουσιαστικά το τέλος της ακμής αυτού του μεγάλου σε σημασία εμπορικού και ιερού νησιού, καθώς το 88 π.Χ ο Μιθριδάτης ο Ευπάτορας (βασιλιάς του Πόντου) ξεσηκώνοντας τους λαούς της Ανατολής και την Ελλάδα ενάντια στη Ρώμη, επιτέθηκε στη Δήλο που είχε ταχθεί με το μέρος των Ρωμαίων εξαιτίας της αντίθεσής τους με την Αθήνα.
Οι Μιθριδατικοί πόλεμοι συνεχίστηκαν ως το 69 π.Χ στο τέλος των οποίων βρήκε τη Δήλο κατεστραμμένη και έχοντας χάσει τον μοναδικό και ουσιαστικό πνεύμονα ανάπτυξης του νησιού, το εμπορικό της λιμάνι. Οι Ρωμαίοι έγιναν πάλι κυρίαρχοι του νησιού, προστάτεψαν τα εναπομείναντα ιερά της πόλης και ανέθεσαν εκ νέου στους Αθηναίους την διοίκηση της Δήλου, η τελευταία όμως έχει χάσει πια την αίγλη της καθώς άλλα λιμάνια στην Ιταλία και στην Ανατολή έχουν πάρει πια τη θέση της Δήλου στην εμπορική κίνηση της Μεσογείου. Μια προσπάθεια που γίνεται από τον αυτοκράτορα Αδριανό αναβίωσης των Δηλίων αποτυχαίνει, ενώ πλέον η Δήλος περιορίζεται σημαντικά δίνοντας μια εικόνα εγκατάλειψης. Παρόλα αυτά στα πρώτα χριστιανικά χρόνια (1-2 αιώνα π.Χ) η Δήλος αναφέρεται ως έδρα Επισκοπής στην οποία υπάγονται τα γύρω νησιά της Μυκόνου, Σύρου, Σέριφου, Κύθνου και Κέας. Τίποτα όμως απ' όλα αυτά δεν χαρίζει στη Δήλο την προηγούμενη λαμπρότητά της και στα χρόνια και τους αιώνες που ακολουθούν παύουν να σημειώνονται ίχνη ζωής στη Δήλο, ενώ τον 8 αιώνα δεν αναφέρεται ούτε ονομαστικά στον κατάλογο των νησιών που υπάγονται στη νέα Επισκοπή στης Σύρου.
Το 727 λεηλατείται από τον εικονακλάστη αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο, το 729 από τους Σλάβους, το 821 από τους Σαρακηνούς και τελικά η Δήλος περνάει στην κυριαρχία της Ενετικής Δημοκρατίας που τη χάρισε σε ένα φεουδάρχη της Μυκόνου. Φτάνουμε έτσι μέχρι το 1566 μ.Χ που η Δήλος, κατά τα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας στην Ελλάδα και στο Αιγαίο, μετατρέπεται σε μόνιμο σταθμό πειρατών και χρησιμοποιείται σαν τόπος προμήθειας οικοδομικών υλικών και μαρμάρων με αποτέλεσμα την περαιτέρω καταστροφή του νησιού.
Σήμερα η Δήλος έχει χάσει ακόμα και το όνομά της και αναφέρεται πλέον σαν Μικρές Δήλες (Μεγάλες Δήλες ονομάζεται η Ρήνεια). Υπάγεται στο δήμο των Μυκονίων και πλέον χρησιμοποιείται για βοσκή και καλλιέργεια.
.....................Η Αρχιτεκτονική και τα ιερά της Δήλου.......................
Στη Δήλο υπήρχε μόνο ένας αστικός οικισμός, ο οποίος βρισκόταν στο βόρειο μέρος του νησιού, στη δυτική ακτή, και κάλυπτε μια μικρή πεδιάδα. Οι κατοικημένες συνοικίες, καθώς αναπτύσσονταν, διαβαθμίζονταν πάνω σε διαφορετικά επίπεδα. Η γενική κατεύθυνση της πόλης θύμιζε ένα χαμηλό αμφιθέατρο, του οποίου το απολλωνιακό ιερός σχημάτιζε το κεντρικό τμήμα.
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι ταξιδιώτες που αποβιβάζονταν στο αρχαίο λιμάνι, αντίκρυζαν μόνον ένα τεράστιο χώρο σκεπασμένο με άμορφα ερείπια απ’ όπου, εδώ κι εκεί, ξεχώριζαν κάποια ιδιαίτερα κομμάτια, τμήματα από κολόνες ή θρύψαλα του θριγκού. Τα πιο σημαντικά ερείπια, μια πιο μεγάλη συσσώρευση μαρμάρων, σημάδευαν την τοποθεσία του ιερού του Απόλλωνα. Εκεί υψώνονταν ασβεστοκάμινα όπου καταστράφηκαν τόσα και τόσα αρχιτεκτονικά μέλη, γλυπτά και λίθινες επιγραφές. Τα γκρεμισμένα σπίτια, που τα υλικά τους είχαν μικρότερη αξία από εκείνα του ιερού, είχαν σκορπίσει στο έδαφος, κομμάτια από γνεύσιο ή από γρανίτη. Όπως είναι φυσικό, αρχικά οι επιστήμονες ασχολήθηκαν με την αναγνώριση και τον καθαρισμό του τεμένους ή κατοικίας του Απόλλωνα. Στις γειτονικές συνοικίες ήρθαν στο φως σπίτια απομονωμένα εδώ κι εκεί. Αργότερα, μια συστηματική εξερεύνηση έφερε στο φως ολόκληρες συνοικίες και επέτρεψε να αποκτήσουμε ακριβή γνώση της πόλης, η οποία, απ’ όλες τις πολιτείες της κυρίως Ελλάδας, είναι, χωρίς αμφιβολία, η καλύτερα διατηρημένη.
Μελετώντας την ιστορία της Δήλου, ξεχωρίσαμε το βασικό της χαρακτηριστικό: η ιερή πόλη εξαιτίας του συνδυασμένου παιχνιδιού θρησκείας και πολιτικής έγινε, σιγά-σιγά, το πιο πλούσιο λιμάνι των Κυκλάδων. Πάντως, ακόμα και την εποχή όπου κυριαρχούν τα εμπορικά συμφέροντα, παραμένει πάντα ο ιερός χαρακτήρας του νησιού. Υπήρχαν κτήρια αφιερωμένα στη θρησκευτική ζωή, που ενώνονταν με δημόσια μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, πρυτανείο, θέατρο, γυμνάσιο και στάδιο. Επίσης υπήρχαν και τα στοιχεία της οικονομικής ζωής: το λιμάνι, τις εγκαταστάσεις των εμπορικών δραστηριοτήτων, τις ιδιωτικές κατοικίες.
Το χαρακτηριστικό των οικοδομημάτων της Δήλου είναι ότι όλα λειτουργούσαν με επίκεντρο το ιερό του Απόλλωνα που βρισκόταν στο μέσο περίπου της χαμηλής πεδιάδας κοντά στο λιμάνι.
Το ιερό φαίνεται να κτίστηκε στη μυκηναϊκή εποχή περίπου στο 1400-1200 π.Χ. Προς το βορειοανατολικό άκρο υψωνόταν ένα συγκρότημα από πολλά διαμερίσματα, το λεγόμενο ανάκτορο. Στα βορειοδυτικά, κάτω από το ναό της Άρτεμης αποκαλύφθηκε ένας παλαιότερος ναός με μακρόστενο σχήμα στον οποίο βρέθηκε ένας αποθέτης με ελεφάντινα αντικείμενα της μυκηναϊκής εποχής. Τα περισσότερα από αυτά τα πλακίδια είναι με ανάγλυφες παραστάσεις που διακοσμούσαν έπιπλα ή κιβωτίδια. Το γνωστότερο από αυτά είναι το πλακίδιο του πολεμιστή, ενώ στα άλλα εικονίζεται πάλη θηρίων και φανταστικών ζώων. Στα νοτιοανατολικά σώζεται σχεδόν ολόκληρη η θεμελίωση από ένα ορθογώνιο κτίριο, διαστάσεων 3.55Χ7.95μ. με προσανατολισμό από βορρά προς νότο και με την είσοδο προς το βορρά που θεωρείται ως πρώτος ναός του Απόλλωνα. Δύο τάφοι της ίδιας εποχής συνδέθηκαν στα ιστορικά χρόνια με την λατρεία των μυθικών Υπερβόρειων παρθένων και βρίσκονται ο ένας στη μέση περίπου της βόρειας πλευράς του ιερού και ο δεύτερος κοντά στο Αρτεμίσιο. Ο πρώτος αναφέρεται ως θήκη της Άργης και Ώπιδας (των δύο Υπερβόρειων παρθένων που ήλθαν να βοηθήσουν τη Λητώ να γεννήσει και έμειναν μετά ως ιέρειες του Απόλλωνα. Σήμερα έχει τη μορφή μιας ημικυκλικής εξέδρας με τον κυρίως τάφο στο εσωτερικό που αποτελείται από ένα κτιστό ορθογώνιο χώρο στον οποίο οδηγούσε δρόμος. Από το δεύτερο τάφο με το σήμα της Λαοδίκης και Υπερόχης, (των δύο άλλων Υπερβόρειων παρθένων, που ήρθαν μαζί με τις δύο προηγούμενες), σώζεται μόνο ένα τμήμα ημικυκλικού τοίχου.
Από τις αρχές της πρώτης χιλιετίας δε σώζονται παρά μόνο μερικά κομμάτια αγγείων γεωμετρικού ρυθμού, που προέρχονται από κυκλαδικά εργαστήρια. Τα παλαιότερα αρχιτεκτονικά κτίσματα φτάνουν στην αρχή του 7ου αιώνα π.Χ. Σε αυτή την εποχή ανήκουν τα λείψανα της θεμελίωσης του ναού του Αρτεμισίου, ένα οικοδόμημα αρκετά μεγάλων για την εποχή διαστάσεων (8.60Χ9.60μ.) με επιμελημένο κτίσιμο από λεπτές πλάκες γνευσίου. Γύρω από το ναό τον 7ο και 60 αιώνα π.Χ. είχαν αφιερωθεί τα αγάλματα των κορών (συμβόλιζαν γυναικείες νεαρές μορφές) που βρίσκονται τώρα στις αίθουσες του Μουσείου της Δήλου και το ξενόμορφο γυναικείο στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που ήταν αφιέρωμα της Ναξίας Νικάνδρας, και αποτελεί το παλαιότερο έργο μεγάλης πλαστικής που σώζεται από την Αρχαία Ελλάδα.
Ένα ακόμα οικοδόμημα που αποτελεί δωρεά των Ναξίων είναι και ο "Προ-Οίκος" ένα στενόμακρο οικοδόμημα με δύο σειρές από κίονες εσωτερικά που το διαιρούσαν σε τρία κλίτη. Γύρω στο τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. ο Οίκος των Ναξίων πήρε τη μορφή, με την οποία σώζεται και σήμερα, ενός μακρόστενου οικοδομήματος με μία σειρά από κίονες. Είναι κτισμένο από μεγάλους γρανιτόλιθους και έχει μια είσοδο στο μέσο περίπου της βόρειας πλευράς. Η κύρια είσοδος προς τα δυτικά έγινε με δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες που οδηγούσαν σε ένα θάλαμο. Στο σηκό υπήρχε κιανοστοιχία από οκτώ λεπτούς κίονες ιωνικού ρυθμού. Αργότερα έχουμε την προσθήκη και ενός μαρμάρινου δαπέδου και ενός προστώου στην ανατολική πλευρά με τέσσερις κίονες. Η στέγη και οι κεραμίδες ήταν μαρμάρινες με εγχάρακτα γοργόνεια στο ακροκέραμα. Στο βόρειο τοίχο υπήρχε το κολοσσιαίο άγαλμα του Απόλλωνα που δυστυχώς σώζεται μόνο η βάση του.
Τέλος ένα ακόμα πολύ σημαντικό ανάθημα των Ναξίων είναι και τα λιοντάρια που στέκονταν στη σειρά, δυτικά από τη ιερή λίμνη. Ο αριθμός στους κυμαίνεται από 9 ως 16, στημένα σε ένα ισοπεδωμένο άνδηρο και μισοκαθισμένα στα πίσω σκέλη. Σήμερα σώζονται μόνο πέντε από αυτά.
Τον 60 αιώνα παρατηρείται και η μεγάλη άνθιση του ιερού του Απόλλωνα που οργανώνεται πλέον σε κλειστό χώρο με προπύλαια και αρχίζει να εμπλουτίζεται με διάφορα σημαντικά κτίρια. Έτσι κτίζεται και πάλι από τους Ναξίους η στοά των Ναξίων, ένα οικοδόμημα σε σχήμα Γ που βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του ιερού σε επαφή με τη δυτική πλευρά των προπυλαίων. Η εσωτερική όψη της στοάς αποτελείται από λεπτούς κίονες ιωνικού ρυθμού, ενώ ο πίσω τοίχος της στοάς είναι κτισμένος στην προκυμαία και ένα μαρμάρινο πεζούλι βρίσκεται κατά μήκος του.
Βορειότερα και κατά τα τέλη του 6οι αιώνα κτίστηκε ένας καινούργιος ναός του Απόλλωνα, αυτή τη φορά από τους Αθηναίους και συγκεκριμένα από τον Πεισίστρατο. Ο ναός αυτός ήταν κτισμένος από πωρόλιθο και είναι γνωστός και ως πώρινος ναός. Ο ναός ήταν πρόστυλος και σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλια. Λίγο πιο βόρεια την ίδια εποχή κτίστηκε από τους Καρυσταίους ο πρώτος οίκος ή θησαυρός. Τα οικοδομήματα του οίκου αυτού ήταν αφιερώματα διαφόρων πόλεων για να περιλαμβάνουν τις κινητές προσφορές τους προς το θεό. Επίσης τα χρησιμοποιούσαν και ως εστιατόρια ή καταλύματα για τους προσκυνητές. Ο αρχαϊκός οίκος είχε ένα πρώστεο με 4 κίονες και μια εσωτερική κιανοστοιχία δωρικού ρυθμού, κατά μήκος του σηκού.
Στη δυτική πλευρά του ιερού, έπειτα από τη στοά των Ναξίων, υψώνονταν δύο κτίρια. Το ένα ήταν ένα απλό ορθογώνιο δωμάτιο που ταυτίστηκε με των οίκο των Ανδρίων, ενώ το άλλο έχει και πρόδρομο με το ιεροποιείο. Και τα δύο έχουν είσοδο από τα ανατολικά, ενώ ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και για το κόσμημα της επιφάνειας των μαρμάρινων τοίχων από συνεχόμενα εξάγωνα σε σχήμα κερύθρας.
Την ίδια εποχή, κατασκευάστηκε η Μινώα Κρήνη, μια τετράγωνη δεξαμενή που στις τρεις πλευρές είχε τοίχους κτισμένους με μικρές κανονικές πέτρες από γνεύσιο και στην τέταρτη σκάλα που οδηγούσε προς το νερό. Πάνω από τη δεξαμενή υπήρχε κτιστό οικοδόμημα, (ένα είδος στεγασμένου περιβόλου) που τη νότια πλευρά αποτελούσε ο τοίχος της δεξαμενής υπερηψωμένος, ενώ στις τρεις άλλες πλευρές σχηματιζόταν διάδρομος ανάμεσα στους τοίχους του περιβόλου και τη δεξαμενή. Στη πλευρά της εισόδου, προς τα βόρεια, σχηματιζόταν πρόσταση με έξι κίονες και δύο άλλους προς τους πλάγιους τοίχους.Προς τα βόρεια του ιερού, ανάμεσα στην ιερή λίμνη και το δρόμο με τα λιοντάρια, κτίστηκε μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. ένας ναός προς τιμή της μητέρας του Απόλλωνα, Λητώς. Ο ναός είναι έτσι τοποθετημένος ώστε να βλέπει προς τα νότια το ιερό του Απόλλωνα. Αποτελούνταν από από έναν μάλλον υπαίθριο πρόναο με είσοδο από τα δυτικά και με σηκό. Ανάμεσα στο πρόναο και το σηκό υπήρχε μια πλατιά είσοδος με δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες. Οι τοίχοι του ναού περιβάλλονται εξωτερικά από ένα μαρμάρινο πεζούλι ενώ το ανώτερο μέρος των τοίχων είναι από σχιστόλιθο. Σήμερα στο μέσο του σηκού σώζεται η βάση του αγάλματος της Λητώς, που παριστανόταν καθισμένο.
Στα ανατολικά του ιερού του Απόλλωνα, κάτω από τον Κύθνο, συναντάμε ένα ακόμα σημαντικό ναό που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Ο ναός αυτός αποτελείται από σηκό και πρόναο με δύο δωρικούς κίονες ανάμεσα σε παραστάδες, ενώ όπως και οι περισσότεροι ναοί εξωτερικά περιβάλλεται από ένα μαρμάρινο πεζούλι. Χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. ενώ σήμερα αυτό που σώζεται φαίνεται ότι έχει κτιστεί πάνω σε ένα ισοπεδωμένο επίπεδο, που στηρίζεται σε ένα μακρύ πολυγωνικό τοίχο στη δυτική πλευρά. Από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν εξάλλου αποδείχτηκε ότι αυτός ο ναός ήταν κατασκευασμένος πάνω σε ένα αρχαιότερο ναό (του 8-7ου αιώνα π.Χ.) τα θεμέλια του οποίου φυλάχτηκαν στο εσωτερικό του νεώτερου ναού.
Τέλος στα βόρεια του ιερού του Απόλλωνα συναντάμε δύο ακόμη μικρά ιερά, από τα οποία το πρώτο αποδίδεται στο βασιλιά της Δήλου Άνιο, ενώ το δεύτερο στον Αρχηγέσιο που ήταν ένας μυθικός οικιστής του βασιλιά Ανίου. Στα βορειοδυτικά του ιερού, προς το Λητώο, βρισκόταν και το ιερό των δώδεκα θεών που πρέπει να περιλάμβανε έναν ή περισσότερους βωμούς και αγάλματα, πολλά από τα οποία σώζονται και σήμερα σε αποσπασματική κατάσταση.
Πηγή
Πτυχιακή εργασία : Γιώργος Καραθάνος, Νίκος Τσιμπίδης.
Εισηγητής καθηγητής: Κ. Βαταβάλης
|